τορός

τορός
ο собир, следы (животных, человека)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "τορός" в других словарях:

  • τορός — piercing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τόρος — borer masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τορός — (I) ά, όν, ΜΑ 1. (για φωνή ή ήχο) οξύς, διαπεραστικός («φωνὴ λαμπρὰ καὶ φθέγμα τορόν», Λουκιαν.) 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ τορόν η ηχηρότητα, το να είναι ο ήχος διαπεραστικός («τὸ τοῡ προφερομένου λόγου τορὸν καὶ τρανέστατον», Ευστ.) αρχ. 1. (για το… …   Dictionary of Greek

  • τόρος — ὁ, Α γεωτρύπανο, εργαλείο για το άνοιγμα φρεάτων ή λιθοκοπικό εργαλείο. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί από την ετεροιωμένη βαθμίδα τορ τού ρ. τείρω* «διατρυπώ» (πρβλ. απαρμφ. αορ. τορεῖν)] …   Dictionary of Greek

  • τορώτατα — τορός piercing adverbial superl τορός piercing neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τορώτατον — τορός piercing masc acc superl sg τορός piercing neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -τωρ — τορος, ΝΜΑ, και τορας Ν βλ. τηρ(ας) …   Dictionary of Greek

  • τοροί — τορός piercing masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τορούς — τορός piercing masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τορωτάτῳ — τορός piercing masc/neut dat superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τορή — τορός piercing fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»